Μαγνητική μαστογραφία
Πρόληψη Share on     

Tα τελευταία χρόνια, ο αριθμός των γυναικών με ενθέματα στους μαστούς αυξάνεται συνεχώς στις αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα ενθέματα μαστών τοποθετούνται για αισθητικούς λόγους και λιγότερο συχνά στο πλαίσιο πλαστικής αποκατάστασης έπειτα από μαστεκτομή ή για τη διόρθωση συγγενούς δυσμορφίας.

Τα ενθέματα μπορεί να είναι μονού ή διπλού αυλού. Τα μονού αυλού ενθέματα περιέχουν τζελ σιλικόνης, ενώ τα διπλού αυλού συνήθως φέρουν εσωτερικό αυλό σιλικόνης και λεπτό εξωτερικό αυλό που περιέχει φυσιολογικό ορό.

Τα ενθέματα μπορεί να τοποθετηθούν μπροστά από τον μείζονα θωρακικό μυ και πίσω από τον μαζικό αδένα (συνήθως όταν η τοποθέτηση γίνεται για αισθητικούς λόγους) ή πίσω από τον μείζονα θωρακικό μυ (στις περισσότερες περιπτώσεις πλαστικής αποκατάστασης μετά μαστεκτομή).

Οι ρήξεις των ενθεμάτων είναι γνωστή επιπλοκή μετά το χειρουργείο και αποτελούν την κύρια αιτία αφαίρεσής τους. Συχνά είναι αποτέλεσμα μηχανικής κάκωσης στο πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα, αλλά πολλές φορές δεν υπάρχει προφανής τραυματισμός. Οι περισσότερες ρήξεις ενθεμάτων συμβαίνουν 10 με 15 χρόνια μετά την τοποθέτησή τους. Η συχνότητα των ρήξεων των ενθεμάτων αυξάνει αναλογικά με την ηλικία των ενθεμάτων.

Μετά την τοποθέτηση του ενθέματος στον μαστό, σχηματίζεται μια λεπτή αντιδραστική ινώδης κάψα γύρω από αυτό. Οι ρήξεις των ενθεμάτων χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τις ενδοκαψικές, που είναι οι συχνότερες, και τις εξωκαψικές. Στις ενδοκαψικές ρήξεις συμβαίνει διακοπή της συνέχειας του περιβλήματος του ενθέματος και διαφυγή σιλικόνης έξω από αυτό, παραμένοντας, όμως, επί τα εντός της ινώδους κάψας. Στις εξωκαψικές ρήξεις συμβαίνει ρήξη και στο περίβλημα του ενθέματος και στην ινώδη κάψα, με αποτέλεσμα τη διαφυγή σιλικόνης προς τους παρακείμενους ιστούς.

Το συχνότερο σύμπτωμα σε γυναίκες με ρήξη ενθέματος είναι η παραμόρφωσή του, ενώ συχνά επακολουθεί μετατόπισή του. Επίσης, ο πόνος κατά την κλινική εξέταση είναι ενδεικτικό εύρημα ρήξεως.

Η κλινική εξέταση, ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις αδυνατεί να διαγνώσει τη ρήξη του ενθέματος.

Η μαγνητική τομογραφία αποτελεί την εξέταση εκλογής για τη μελέτη των ενθεμάτων των μαστών και τη διάγνωση των ρήξεών τους.

Η εξέταση γίνεται με τη χρήση ειδικού πηνίου μαστών, με την ασθενή τοποθετημένη σε πρηνή θέση. Λαμβάνονται ειδικές ακολουθίες παλμών, συμπεριλαμβανομένων ακολουθιών με καταστολή, αλλά και με έμφαση του σήματος της σιλικόνης.

Για τη διάγνωση των ρήξεων των ενθεμάτων δεν χρειάζεται ενδοφλέβια χορήγηση παραμαγνητικής ουσίας, ενώ η συνολική διάρκεια του πρωτοκόλλου απεικόνισης των ενθεμάτων δεν ξεπερνάει τα 20 λεπτά.

Έχουν περιγραφεί διάφορα σημεία χαρακτηριστικά ενδοκαψικών ή εξωκαψικών ρήξεων στη βιβλιογραφία με υψηλή θετική προγνωστική αξία.

Το σημείο του λιγκουίνι είναι αξιόπιστο κριτήριο για τη διάγνωση ενδοκαψικής ρήξης και πρόκειται για την απεικόνιση καμπύλου σχήματος χαμηλού σήματος γραμμών εντός του υψηλού σήματος τζελ σιλικόνης, που αντιπροσωπεύουν το περίβλημα του ενθέματος που επιπλέει εντός της σιλικόνης. Το σημείο του λιγκουίνι συχνά παρατηρείται και στις εξωκαψικές ρήξεις. Η γνώση της φυσιολογικής απεικόνισης των ακέραιων ενθεμάτων είναι απαραίτητη, έτσι ώστε να αποφευχθούν ψευδώς θετικά για ρήξη ευρήματα. Η απεικόνιση φυσιολογικών ακτινικών πτυχών του περιβλήματος των ενθεμάτων μπορεί να είναι αιτία ψευδώς θετικής διάγνωσης ρήξεως ενθέματος στη μαγνητική τομογραφία.

 

Δέσποινα Σαββίδου, MD, Ph.D
Διευθύντρια Τμήματος Αξονικού και Μαγνητικού Τομογράφου

< Επιστροφή στην αρθρογραφία

Δείτε τα διαγνωστικά κέντρα του Ομίλου