NIPT: ∆ιευρυµένος Προγεννητικός 'Ελεγχος Γενετικών Νοσηµάτων κατά την κύηση χωρίς τον κίνδυνο αποβολής 

Πρόληψη

Share on     

Η µη επεµβατική προγεννητική πρόγνωση των συχνότερων γενετικών νοσηµάτων (ΝΙΡΤ: Non Invasive Prenatal Testing) αποτελεί σήµερα σηµαντικό τµήµα της φροντίδας της εγκύου και του εµβρύου, χωρίς να υποβάλλουµε την έγκυο σε επεµβατική µέθοδο, λήψη χοριακών λαχνών στο πρώτο τρίµηνο ή αµνιοπαρακέντηση στο δεύτερο τρίµηνο της εγκυµοσύνης, έλεγχοι που ενέχουν τον κίνδυνο αποβολής σε ποσοστό 0,5%.

Είναι γνωστό εδώ και 30 χρόνια ότι στο αίµα της εγκύου κυκλοφορούν κύτταρα και ελεύθερο DNA του εµβρύου. Ωστόσο, µόνο περίπου 10% της συνολικής ποσότητας του DNA το οποίο αποµονώνεται από µια αιµοληψία ανήκει στο έµβρυο και αυτό µας δυσκολεύει πολύ να το ξεχωρίσουµε από το µητρικό. Γι’ αυτό το λόγο όλο το DNA (µητρικό και εµβρυϊκό) που αποµονώνεται από το αίµα της εγκύου επεξεργάζεται και µε τη χρήση νέων, πρωτοποριακών µεθόδων µοριακής βιολογίας και τη βοήθεια της βιοπληροφορικής υπολογίζεται ο κίνδυνος να πάσχει το έµβρυο από το σύνδροµο Down (τρισωµία 21), µε >99% πιθανότητα ορθής πρόγνωσης. Το σύνδροµο Down αποτελεί τη συχνότερη χρωµοσωµατική ανωµαλία στον άνθρωπο (1 στις 700 γεννήσεις) και σχετίζεται µε µέτρια ως βαριά νοητική υστέρηση και ενίοτε µε συγγενείς ανωµαλίες.

Επίσης, µε τα σύγχρονα ΝΙΡΤ τεστ ελέγχονται και οι τρισωµίες των χρωµοσωµάτων 13 (σύνδροµο Patau) και 18 (σύνδροµο Edwards), καθώς και οι ανευπλοειδίες των χρωµοσωµάτων του φύλου Χ και Υ (σύνδροµα Turner και Klinefelter). Όταν ο κίνδυνος βρεθεί αυξηµένος, συνιστάται αµνιοπαρακέντηση για επιβεβαίωση της παρουσίας της χρωµοσωµατικής ανωµαλίας. Η συχνότητα της τρισωµίας 21, καθώς και όλων των ανωµαλιών του αριθµού των χρωµοσωµάτων αυξάνεται σηµαντικά µε την ηλικία της εγκύου. Ενώ, λοιπόν, στην ηλικία των 35 ετών ο κίνδυνος απόκτησης παιδιού µε σύνδροµο Down είναι 0,26%, στην ηλικία των 45 ετών ο κίνδυνος είναι 5,26%, δηλαδή κατά 20 φορές µεγαλύτερος.

Το διευρυµένο VERACITY, το οποίο παρέχεται από τη ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ και συγκαταλέγεται µεταξύ των πλέον αξιόπιστων ΝΙΡΤ τεστ διεθνώς, ελέγχει επιπρόσθετα τέσσερα επιλεγµένα χρωµοσωµατικά σύνδροµα µικροελλειµµάτων (DiGeorge, 1p36, Smith-Magenis και Wolf Hirschhorn). Τα µικροελλείµµατα δεν σχετίζονται µε την ηλικία της εγκύου και έχουν σοβαρές συνέπειες για τη σωµατική και τη νοητική υγεία του εµβρύου.

Μονογονιδιακά νοσήµατα: Έλεγχος γονέων στο πλαίσιο του ΝΙΡΤ
Εκτός από τις χρωµοσωµατικές ανωµαλίες ένα έµβρυο είναι δυνατό να πάσχει από κάποιο γονιδιακό νόσηµα. Τα µονογονιδιακά νοσήµατα οφείλονται σε µεταλλαγµένα γονίδια, µεταλλαγές, δηλαδή, στο DNA των γονιδίων, και τα συχνότερα στον ελληνικό πληθυσµό είναι η µεσογειακή αναιµία και η κυστική ίνωση (Πίνακας 1). Στην πλειονότητά τους κληρονοµούνται κατά τον υπολειπόµενο τρόπο, δηλαδή όταν και οι δύο γονείς είναι φορείς µεταλλαγής στο ίδιο γονίδιο, ενώ οι ίδιοι είναι υγιείς, έχουν πιθανότητα 25% να αποκτήσουν πάσχον παιδί (Σχήµα 1). Σε αντίθεση µε τις αριθµητικές χρωµοσωµατικές ανωµαλίες, τα µονογονιδιακά νοσήµατα δεν σχετίζονται µε την ηλικία της εγκύου. Επίσης, δεν υπάρχουν χηµικοί ή υπερηχογραφικοί δείκτες κατά την κύηση, οι οποίοι θα ήταν χρήσιµοι στην έγκαιρη ανίχνευσή τους.

Το VERAgene αποτελεί µια νέα εργαστηριακή εξέταση µη επεµβατικού προγεννητικού ελέγχου (ΝΙΡΤ: Non Invasive Prenatal Testing), η οποία επιπρόσθετα των τρισωµιών 13, 18 και 21, των ανευπλοειδιών του φύλου Χ και Υ και επιλεγµένων συνδρόµων µικροελλειµµάτων (DiGeorge, 1p36, Smith-Magenis και Wolf Hirschhorn) υπολογίζει τον κίνδυνο να πάσχει το έµβρυο από µία από τις 50 µονογονιδιακές ασθένειες (Πίνακας 2) µε ακρίβεια πάνω από 99%. Έχουν επιλεγεί για έλεγχο οι συγκεκριµένες γενετικές διαταραχές γιατί αφενός είναι οι συχνότερες γονιδιακές στον άνθρωπο και αφετέρου γιατί σχετίζονται µε σοβαρά προβλήµατα υγείας όταν το άτοµο πάσχει. Υπολογίζεται ότι ο αθροιστικός κίνδυνος να πάσχει το έµβρυο από ένα από τα 50 µονογονιδιακά νοσήµατα τα οποία ελέγχονται είναι 1 στα 350. Στην περίπτωση κατά την οποία ο κίνδυνος βρεθεί αυξηµένος γιατί οι γονείς είναι φορείς, η πιθανότητα να πάσχει το έµβρυο είναι 25% και συνιστάται επεµβατική προγεννητική διάγνωση µε λήψη χοριακών λαχνών ή αµνιοπαρακέντηση.

Ο επιπρόσθετος αυτός γονιδιακός έλεγχος αφορά τους γονείς και όχι το έµβρυο. ∆ηλαδή, δίνει την πιθανότητα να πάσχει το έµβρυο, αν οι γονείς βρεθούν φορείς µετάλλαξης στο ίδιο γονίδιο. ∆εν υπάρχει ακόµη η δυνατότητα να ελεγχθεί αν το έµβρυο πάσχει, γιατί η ποσότητα του εµβρυϊκού DNA στο αίµα της εγκύου είναι πολύ µικρή. Οι µονογονιδιακές ασθένειες οι οποίες εξετάζονται σχετίζονται µε σοβαρές ή ήπιες διαταραχές, όπως συγγενείς ανωµαλίες, καθυστέρηση ανάπτυξης κ.ά. Με το VERAgene οι µελλοντικοί γονείς θα γνωρίζουν τον κίνδυνο το έµβρυο να πάσχει, όχι µόνο από ανευπλοειδίες των χρωµοσωµάτων, αλλά και από ένα από τα συχνότερα µονογονιδιακά νοσήµατα µε σηµαντικά χαµηλότερο κόστος του συµβατικού ανιχνευτικού γονιδιακού ελέγχου φορέων (carrier screening).

Πώς πραγµατοποιείται το VERAgene;
∆εν απαιτείται καµία προετοιµασία του ζεύγους. Πραγµατοποιείται µε απλή αιµοληψία στην έγκυο µετά την 11η εβδοµάδα της κύησης και στοµατικό επίχρισµα από τον βιολογικό πατέρα. Απαραίτητη θεωρείται η ενηµέρωση του ζεύγους από τους εξειδικευµένους γενετιστές της ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗΣ προκειµένου να δοθούν οι ορθές πληροφορίες σε σχέση µε τις πιθανότητες να πάσχει το έµβρυο. Επίσης, απαραίτητη είναι η γραπτή συγκατάθεση των γονέων και η δήλωση της γεωγραφικής τους καταγωγής. Το VERAgene διατίθεται για µονήρεις και δίδυµες κυήσεις, συµπεριλαµβανοµένων κυήσεων από εξωσωµατική γονιµοποίηση (IVF), οι οποίες είναι τουλάχιστον 10 εβδοµάδων. ∆εν είναι δυνατό να πραγµατοποιηθεί σε κυήσεις οι οποίες έχουν επιτευχθεί µε δότρια ωαρίων ή δότη σπέρµατος, σε παρένθετες, καθώς και σε δίδυµες κυήσεις µε εξαφανισθέν δίδυµο.

Αποτελέσµατα
Ο χρόνος απάντησης είναι περίπου 12 ηµέρες. Όταν ο κίνδυνος είναι χαµηλός, µε την προϋπόθεση ότι δεν παρουσιαστούν υπερηχογραφικά ευρήµατα, δεν χρειάζεται επεµβατική διαδικασία. Αν ο κίνδυνος είναι αυξηµένος για οποιαδήποτε γενετική διαταραχή από αυτές που ελέγχονται, ο έλεγχος στο έµβρυο πραγµατοποιείται σε αµνιακό υγρό χωρίς χρέωση.

Ενηµέρωση µελλοντικών γονέων
Το ζευγάρι έχει τη δυνατότητα να ενηµερωθεί από ειδικούς γενετιστές της ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗΣ για την εξέταση και κατόπιν συµβουλευτικής µε τον θεράποντα ιατρό της εγκύου να επιλέξει αν θα κάνει ή όχι επεµβατικό έλεγχο, µε τη λήψη χοριακών λαχνών ή την αµνιοπαρακέντηση. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση είναι του ζευγαριού.

Αν επιλέξει τον επεµβατικό έλεγχο µε λήψη τροφοβλάστη ή αµνιακού υγρού, θα έχει µεν τον κίνδυνο µιας αποβολής ενός πιθανά υγιούς εµβρύου, αλλά και τη µέγιστη δυνατή πληροφορία για τις χρωµοσωµατικές ανωµαλίες του εµβρύου µε τον µοριακό καρυότυπο. Αν επιλέξει τη µη επεµβατική πρόγνωση στο αίµα µε ΝΙΡΤ δεν θέτει σε κανέναν κίνδυνο την κύηση, αλλά υπάρχει µικρή πιθανότητα απόκτησης ενός παιδιού µε σπάνιες χρωµοσωµατικές ανωµαλίες, οι οποίες ανιχνεύονται µόνο έπειτα από επεµβατικό έλεγχο.

Εφόσον όµως επιλέξει τη µη επεµβατική πρόγνωση στο αίµα της εγκύου, ο επιπρόσθετος έλεγχος µε το VERAgene µειώνει ακόµη περισσότερο την πιθανότητα γέννησης παιδιού µε σοβαρή γενετική διαταραχή. Οι µελλοντικοί γονείς ενηµερώνονται πλήρως, προκειµένου να έχουν όλες τις πληροφορίες, ώστε να είναι σε θέση να επιλέξουν.

 

Βούλα Βελισσαρίου, B.Sc., Ph.D
Κλινική Κυτταρογενετίστρια, Επιστημονική Διευθύντρια Τμήματος Κυτταρογενετικής και Μοριακής Κυτταρογενετικής

< Σχετικά Άρθρα

Δείτε τα διαγνωστικά κέντρα του Ομίλου

 

 

Tα cookies μας βοηθούν να σας παρέχουμε καλύτερες υπηρεσίες. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μας συμφωνείτε στη χρήση των cookies
ΣΥΜΦΩΝΩ ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝΩ