Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα
Πρόληψη Share on    

Σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ) είναι τα νοσήματα που μεταδίδονται από άτομο σε άτομο κατά κύριο λόγο μέσω σεξουαλικής επαφής. Υπάρχουν, όμως, και άλλοι τρόποι μετάδοσης, όπως μέσω του αίματος (μολυσμένη σύριγγα, μετάγγιση αίματος κ.λπ.) ή κάθετα από τη μητέρα στο μωρό κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Περισσότεροι από 25 μικροοργανισμοί (βακτήρια, ιοί, πρωτόζωα, μύκητες, παράσιτα) θεωρείται ότι προκαλούν λοιμώξεις που μεταδίδονται κυρίως μέσω της σεξουαλικής επαφής κι όχι μόνο. Μερικοί από τους μικροοργανισμούς αυτούς είναι γνωστοί αιώνες τώρα για την πρόκληση ΣΜΝ, όπως η σύφιλη, η γονόρροια, ή έχουν αναγνωριστεί μόλις κάποιες δεκαετίες πριν, όπως ο ιός HIV.

Τα ΣΜΝ είναι συχνά ασυμπτωματικά νοσήματα που παραμένουν αδιάγνωστα, με αποτέλεσμα τη μη επιζήτηση ιατρικής βοήθειας και τη μη επιβολή ιατρικών διαγνωστικών εξετάσεων.

Λόγω του ότι η παρουσία ενός ΣΜΝ επιδρά σε όλο τον κοινωνικό περίγυρο του πάσχοντος μέσω της δυνητικής μετάδοσής του, η ενημέρωση, ο προληπτικός έλεγχος, η συμβουλευτική και η ταχεία φαρμακευτική αγωγή αποτελούν σημαντικούς παράγοντες φραγής της εξάπλωσής του.

Επιδημιολογία

Το 1996, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτίμησε ότι:
>1 εκατομμύριο άνθρωποι μολύνονταν καθημερινά.
Περίπου το 60% των λοιμώξεων αυτών συμβαίνουν σε νέους ανθρώπους κάτω των 25 ετών και από αυτούς 30% είναι κάτω των 20 ετών.
Μεταξύ των ηλικιών 14-19, τα ΣΜΝ εμφανίζονται συχνότερα στα κορίτσια από ό,τι στα αγόρια, σε αναλογία σχεδόν 2:1. Αυτό εξηγείται διότι τα κορίτσια εξετάζονται συχνότερα λόγω των γυναικολογικών θεμάτων τους.
340 εκατομμύρια νέα κρούσματα σύφιλης, γονόρροιας, χλαμυδίων και τριχομονάδων υπολογίστηκε ότι συνέβησαν σε όλο τον κόσμο το 1999.

Οι πιο συχνές αναφορές ΣΜΝ μεταξύ των σεξουαλικά ενεργών έφηβων κοριτσιών με ή χωρίς συμπτώματα κατώτερου γεννητικού συστήματος είναι:
Χλαμύδια (10%-25%), γονόρροια (3%-18%), σύφιλη (0%-3%), τριχομονάδες (8%-16%) και ο ιός του απλού έρπητα (2%-12%).
Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον μία στις τέσσερις έφηβες στις ΗΠΑ έχει ένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα.

Ο ιός HIV (AIDS) είναι η κυριότερη αιτία θνησιμότητας στη σημερινή Αφρική νοτίως της Σαχάρας. Η πλειονότητα των μολύνσεων από τον ιό HIV έχουν αποκτηθεί μέσω σεξουαλικών σχέσεων χωρίς προφυλάξεις μεταξύ συντρόφων που ένας εκ των οποίων έχει τον ιό. Περίπου 1,1 εκατομμύρια άτομα ζουν με τον ιό HIV στις Ηνωμένες Πολιτείες και το AIDS παραμένει η κύρια αιτία θανάτου για τις Αφροαμερικανίδες με ηλικία 25-34.
Επίσης η ηπατίτιδα Β έχει χαρακτηριστεί ως σεξουαλικώς μεταδιδόμενη ασθένεια, διότι μπορεί να μεταδοθεί σεξουαλικά. Η νόσος βρίσκεται σε παγκόσμιο επίπεδο με τα υψηλότερα ποσοστά στην Ασία και την Αφρική και τα χαμηλότερα ποσοστά στην Αμερική και την Ευρώπη. Παγκοσμίως, ο επιπολασμός του ιού της ηπατίτιδας Β υπολογίζεται στα 2 δισεκατομμύρια ανθρώπων.

Ποια είναι τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα;
Τα ΣΜΝ οφείλονται σε λοιμώξεις που προκαλούνται από βακτήρια, ιούς, μύκητες, πρωτόζωα και παράσιτα.
Βακτηριακές: Neisseria gonorrhoeae, Chlamydia trachomatis, Mycoplasma hominis, Mycoplasma genitalium, Ureaplasma urealyticum, Treponema pallidium, Gardnerella vaginalis, Haemophilus ducreyi, shigella spp, Cambylobacter spp, Helicobacter, Salmonella
Ιολογικές: HIV1-2, HSV1-2, HPV, HAV, HBV, HCV, CMV, MCV, HTLV I-II, HHV8.
Πρωτοζωικής φύσης: Trichomonas vaginalis, Entamoeba hystolitica, Giardia lamblia.
Μυκητιακής φύσης: Candida albicans. 
Παρασιτικής φύσης: Pthirus pubis, Sarcoptes scabiei.


Συμπτωματολογία

Η συμπτωματολογία που εμφανίζουν τα ΣΜΝ είναι: 1) Η έκκριση υγρών από την ουρήθρα, που μπορεί να προκαλέσει κάψιμο κατά την ούρηση. 2) Ο κνησμός στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, ο οποίος μπορεί να προκληθεί από τον ίδιο τον μικροοργανισμό αλλά και από ερεθισμό του δέρματος (έλκη - έκζεμα),. 3) Τα κονδυλώματα. 4) Ο πόνος από την εμφάνιση εσωτερικών φλεγμονών και 5) η αιμορραγία από την περιοχή της μόλυνσης. Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα – Η σημασία της εξέτασης  Η συχνή εναλλαγή ερωτικών συντρόφων και η χαλάρωση των κανόνων προφύλαξης, επανέφεραν στο προσκήνιο τα αφροδίσια νοσήματα, παρότι κάποια από αυτά θεωρούνταν «ξεχασμένα», όπως π.χ. η Σύφιλη.   Συγχρόνως, παρατηρείται έξαρση των ιογενών, σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων, όπως είναι ο έρπης των γεννητικών οργάνων, οι λοιμώξεις HPV (οι ιοί  των ανθρωπίνων θηλωμάτων που προκαλούν τα κονδυλώματα), το AIDS, οι ηπατίτιδες Β και C.   Δυστυχώς, οι ασθένειες που μεταδίδονται μέσω της σεξουαλικής επαφής  αυξάνονται με γρήγορο ρυθμό παγκοσμίως. Επίσης, θεαματική είναι και η αύξηση ασθενειών όπως η σύφιλη και η βλεννόρροια, καθώς επίσης και η μόλυνση από χλαμύδια, τα οποία  επιπλέον είναι υπεύθυνα για το 1/3 των περιπτώσεων στειρότητας στις γυναίκες.    Στην Ελλάδα, τη δεκαετία του 1980 σημειώθηκε σημαντική κάμψη των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων (εξαιτίας του φόβου του AIDS). Όμως, με την αρχή της νέας χιλιετίας, είχαμε ανατροπή των δεδομένων, αφού τα κρούσματα αυξήθηκαν ανησυχητικά.

Πρόληψη
Η πρόληψη στην περίπτωση των ΣΜΝ έχει να κάνει κυρίως με την ιατρική ενημέρωση του πληθυσμού από το κράτος και την ιατρική κοινότητα αλλά και με παράγοντες βιολογικούς, πνευματικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς. Ως βιολογικός παράγοντας είναι η μη συμπτωματολογία που εμφανίζουν τα ΣΜΝ και η μακρά λανθάνουσα περίοδος εμφάνισής τους (π.χ., ο ιός HIV μπορεί να έχει περίοδο επώασης 10-11 χρόνια ή ο HPV στους άνδρες, οι οποίοι μπορεί να είναι φορείς χωρίς να το γνωρίζουν, ή τα χλαμύδια του τραχώματος στις γυναίκες μπορεί να μην εμφανίσουν ποτέ λοίμωξη του ανώτερου γεννητικού συστήματος). Ως πνευματικός παράγοντας είναι η γνώση των ανθρώπων και η κατανόηση του τρόπου μετάδοσής τους και η συμπεριφορά που θα αναπτύξουν απέναντι στους εκάστοτε συντρόφους τους. Ως ψυχολογικός παράγοντας είναι η συναισθηματική κατάσταση που βιώνει ο κάθε άνθρωπος, όπως η θλίψη, η κατάθλιψη, η αυτοεκτίμηση, το ιστορικό βιασμού ή βίαιης σεξουαλικής συμπεριφοράς, η σεξουαλική κατάχρηση κ.λπ. Ως κοινωνικός παράγοντας είναι η φτώχεια, η ελλιπής ή απούσα κοινωνική ασφάλιση, η μη πρόσβαση σε εξετάσεις και θεραπείες, η εγκληματικότητα, η ανεπαρκής σεξουαλική διαπαιδαγώγηση κ.λπ.
Η πρωτογενή πρόληψη έχει να κάνει με τη χρήση του προφυλακτικού και με τον εμβολιασμό στις περιπτώσεις που υπάρχει εμβόλιο, όπως η ηπατίτιδα Α, η ηπατίτιδα Β και ορισμένοι τύποι του ιού HPV (4δύναμο, 9δύναμο). Ο εμβολιασμός πριν από την έναρξη της σεξουαλικής επαφής συνιστάται για να διασφαλίσει τη μέγιστη προστασία.
Επίσης, στην πρωτογενή πρόληψη ανήκει και η χρήση του προφυλακτικού. Παρά το γεγονός ότι το προφυλακτικό είναι αποτελεσματικό για τον περιορισμό της έκθεσης σε ΣΜΝ, πάντα υπάρχει η πιθανότητα μετάδοσης της νόσου μέσω των σωματικών υγρών σε ακάλυπτες περιοχές επαφής.

Διάγνωση
Η διάγνωση αποτελεί τη δευτερογενή πρόληψη και έχει σημασία για την έγκαιρη αντιμετώπιση και τη μη εξάπλωση της μόλυνσης. Δυστυχώς, δεν είναι όλα τα ΣΜΝ συμπτωματικά και υπάρχει περίπτωση να καθυστερήσει η εκδήλωσή τους, με αποτέλεσμα να μεταδοθούν σε περισσότερο από έναν ανθρώπους. Πολύ μεγάλη σημασία έχει να κάνει η επαγρύπνηση του κάθε ατόμου ξεχωριστά για τη σεξουαλική του ζωή, δίνοντας σημασία στην πρόληψη, την υγιεινή και την ηθική πλευρά της.
Στη σημερινή εποχή η διαγνωστική ικανότητα έχει εξελιχθεί και υπάρχουν πια εξετάσεις που ανιχνεύουν τους μικροοργανισμούς που ανέφερα σε διάφορα επίπεδα, είτε καλλιεργειών είτε μέσω γενετικού υλικού. Υπάρχουν διαγνωστικές εξετάσεις ανά μικροοργανισμό είτε πολλαπλές εξετάσεις, οι οποίες ελέγχουν ταυτόχρονα περισσότερους από έναν μικροοργανισμούς, π.χ. μπορούν να ελέγξουν και 12 ταυτόχρονα μικροοργανισμούς.
Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση των ΣΜΝ επιτελείται με τη χορήγηση αντιβιοτικών και αντιικών σκευασμάτων καθώς και συνδυασμών αυτών μετά την ανίχνευση και ταυτοποίηση κάποιου σεξουαλικώς μεταδιδόμενου μικροοργανισμού, όχι μόνο στον πάσχοντα αλλά πολλές φορές και στον σύντροφο ακόμα και εάν δεν έχει εξετασθεί από πάροχο ιατρικής φροντίδας.

Βιβλιογραφία
Abma J: National Centerfor Health Statistics. Vital Health Stat 23 1997
American Social Health Association. STD News: Winter 1996;3:1, 5.
Baeten, et al. Am J ObstetGynecol, 2001;185:380-385.
Clark LR, et al. Sex Transm Dis2002;29:436-443.
Enger C, Graham N, PengY, et al. JAMA 1996;275:1329-1334.May;23:1-114.
Oh MK, et al J PediatrAdolescGynecol2002;15:83-88.
ShrierLA,etal. J AdolescHealth 1999;24:357-361.
StammW. In Sexually transmitted diseases, eds Holmes K, SparlingP, MardhP et al. McGraw-Hill, New York 1999, 407-422.
Wikidepia Σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα

< Επιστροφή στην αρθρογραφία

Δείτε τα διαγνωστικά κέντρα του Ομίλου