Νέα απεικονιστικά συστήματα στον Όμιλο ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ
Νέες Εξετάσεις/Τμήματα Share on    

Malcom H. Wiener Laboratory for Archaeological Science, Αµερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα

Αδιαµφισβήτητα τα υψηλά ποσοστά καρκίνου στις µέρες µας αποτελούν παγκόσµιο φαινόµενο, φέρνοντας την έρευνα γύρω από τη νόσο στην πρώτη γραµµή. Ωστόσο η ιστορία, η εξέλιξη και η συχνότητα της ασθένειας στην αρχαιότητα παραµένουν αναπάντητα ερωτήµατα, ανοιχτά προς διερεύνηση. Η σπανιότητα περιπτώσεων κακοήθειας σε αρχαιολογικούς σκελετούς συχνά χρησιµοποιείται ως ένδειξη για τη χαµηλή συχνότητα ή ακόµη και για την απουσία της νόσου στην αρχαιότητα, παρά τις αναφορές σε αρχαίες πηγές. Πολλοί συνδέουν την εξάπλωση και την υψηλή θνησιµότητα της νόσου µε τον σύγχρονο τρόπο ζωής και αποδίδουν τη σπανιότητα του καρκίνου στην αρχαιότητα στην απουσία των σύγχρονων καρκινογενών -ή καρκινογόνων- παραγόντων. Αντιθέτως, άλλες προσεγγίσεις αναγνωρίζουν την παλαιότητα του καρκίνου και αποδίδουν τη σπανιότητα των αρχαιολογικών περιπτώσεων στους περιορισµούς των διαγνωστικών µεθόδων.

Τυπικά, η παλαιοπαθολογική διάγνωση καρκινικών µορφωµάτων σε αρχαιολογικά οστεολογικά κατάλοιπα γίνεται µακροσκοπικά, µέσω της εξέτασης της επιφάνειας των οστών. Εάν εντοπιστούν παθολογικές αλλοιώσεις, στη συνέχεια ακολουθεί ακτινογραφική και ίσως ιστολογική εξέταση. ∆εδοµένου, ωστόσο, ότι ο πρωτογενής και ο µεταστατικός καρκίνος των οστών συνήθως ξεκινούν στις εσωτερικές δοµές των οστών, απαιτείται χρόνος έως την εµφάνισή τους στην επιφάνεια του φλοιού. Κατά συνέπεια δεν µπορούµε να εντοπίσουµε καρκινικές αλλοιώσεις όταν δεν επηρεάζουν τον φλοιό χωρίς ακτινογραφική εξέταση. Υποθέτουµε, λοιπόν, ότι οι συνήθεις παλαιοπαθολογικές µακροσκοπικές µελέτες περιορίζουν τη δυνατότητα διάγνωσης της νόσου και, άρα, υποτιµούν τη συχνότητά της σε αρχαίους πληθυσµούς.
Η απόδοση της προέλευσης του όρου «καρκίνος» στον Ιπποκράτη και οι ιστορικές αναφορές για τη διάγνωσή του στην ελληνική αρχαιότητα καθιστούν τον ελλαδικό χώρο ιδανικό µέρος για τη µελέτη της παλαιότητας της νόσου. Μέσω της συστηµατικής ακτινογραφικής εξέτασης, η µελέτη του νεκροταφείου του Φαλήρου µάς δίνει τη δυνατότητα να εφαρµόσουµε τις διαθέσιµες διαγνωστικές µεθόδους σε έναν µεγάλο αριθµό σκελετών, να αντιπαραβάλουµε τα παλαιοπαθολογικά δεδοµένα µε δηµογραφικά, κοινωνικά, διατροφικά, γενετικά και αρχαιολογικά στοιχεία, ώστε να εξετάσουµε την ύπαρξη και τη συχνότητα του καρκίνου στην αρχαία Αθήνα.

Ανασκαφικά δεδοµένα
Στο πλαίσιο των εργασιών ανέγερσης του Κέντρου Πολιτισµού Ίδρυµα Σταύρος Νιάρχος, η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πειραιώς και Νήσων, υπό τη διεύθυνση της ∆ρ. Στέλλας Χρυσουλάκη, διεξήγαγε εκτεταµένες ανασκαφικές έρευνες, αποκαλύπτοντας το εκτεταµένο νεκροταφείο στο ∆έλτα Φαλήρου, µικρό τµήµα του οποίου είχε ήδη εντοπιστεί στις αρχές του προηγούµενου αιώνα. Μέσα από τη µέχρι τώρα µελέτη των ευρηµάτων, το νεκροταφείο χρονολογείται από τον 8ο έως τον 4ο αιώνα π.Χ., ενώ η κύρια περίοδος χρήσης του τοποθετείται στους αρχαϊκούς χρόνους (περίπου 700 - 480 π.Χ.). Μέχρι σήµερα έχουν ανασκαφεί περίπου 2.000 ταφές, στην πλειονότητά τους λακκοειδείς ταφές ενηλίκων και εγχυτρισµοί βρεφών και νηπίων. Εκτός των παραπάνω, έχουν εντοπιστεί και άλλα είδη ταφών σε µικρότερο αριθµό, όπως ταφικές πυρές και ταφές ζώων, κυρίως ιπποειδών. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανακάλυψη ατοµικών ή οµαδικών ταφών ατόµων µε άµεσα ή έµµεσα ίχνη βίας, καθώς και ατόµων µε µεταλλικά ή µη δεσµά («βιαιοθάνατοι»). Η σύγχρονη ερευνητική αξία του νεκροταφείου µπορεί να χαρακτηριστεί ως πολυδιάστατη, εξαιτίας του µεγάλου ταφικού πληθυσµού, της εξαιρετικής διατήρησης και της λεπτοµερούς ανασκαφικής έρευνας και τεκµηρίωσης. Μέσω της συνθετικής µελέτης του ιδιαίτερου αυτού συνόλου δύνανται να έρθουν στο φως καινούρια στοιχεία γύρω από την αθηναϊκή κοινωνία, σε µια περίοδο κατά την οποία -όπως είναι γνωστό από τις γραπτές πηγές- συντελέστηκαν µεγάλες κοινωνικές, πολιτικές και οικονοµικές αλλαγές, οι οποίες σηµάδεψαν τη µετέπειτα εξέλιξή της.

Βιοαρχαιολογική µελέτη του νεκροταφείου του Φαλήρου
Το 2015 συστήθηκε η διεθνής συνεργασία ανάµεσα στο Malcom H. Wiener Laboratory for Archaeological Science της Αµερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, το Arizona State University και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πειραιώς και Νήσων για τη µελέτη των σκελετικών καταλοίπων του νεκροταφείου του Φαλήρου, υπό τη διεύθυνση της ∆ρ. Jane Buikstra. Η διεπιστηµονική µελέτη του «Phaleron Bioarchaeological Project» περιλαµβάνει παλαιοδηµογραφικές, παλαιοπαθολογικές, παλαιογενετικές και βιοχηµικές αναλύσεις, µε σκοπό την ανασύσταση των συνθηκών ζωής του αρχαίου πληθυσµού, την κοινωνική και οικονοµική διαστρωµάτωση, τις διατροφικές συνήθειες και τα επίπεδα υγείας, τη γεωγραφική προέλευση, τη γενετική σύσταση και την ερµηνεία των «βιαιοθανάτων». Πρόκειται για την πρώτη βιοαρχαιολογική µελέτη µεγάλης κλίµακας στην Ελλάδα.

Στο πλαίσιο του «Phaleron Bioarchaeological Project» εντάσσεται και η στοχευµένη µελέτη για τον καρκίνο µε τη συνεργασία του Οµίλου ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ και την οικονοµική υποστήριξη του Rust Family Foundation. Η µελέτη συνίσταται στη συστηµατική, ψηφιακή ακτινογραφική εξέταση των σκελετών σε συνδυασµό µε την παλαιπαθολογική µελέτη του συνόλου, µε σκοπό τον εντοπισµό καρκινικών αλλοιώσεων.
Τον Ιούλιο του 2018 στο Ακτινολογικό εργαστήριο της Βιοιατρικής Αµπελοκήπων διαµορφώθηκαν ειδικά πρωτοκόλλα ακτινογράφησης του αρχαιολογικού υλικού και µε χρήση του Ψηφιακού Ακτινολογικού Συστήµατος Philips Optimus 50 απεικονίστηκαν οστά από διαφορετικές ανατοµικές περιοχές.



Μερικές δεκάδες ακτινογραφικών λήψεων σηµατοδότησαν την έναρξη αυτού του έργου. ∆όθηκε ιδιαίτερη έµφαση στη µέγιστη απόδοση και αξιοποίηση των δυνατοτήτων του ψηφιακού ακτινογραφικού συστήµατος. Προς µεγάλη ικανοποίηση της διεπιστηµονικής οµάδας εµφανίστηκαν και αποτυπώθηκαν σε ηλεκτρονική µορφή οι πρώτες εικόνες µε στοχευµένα χαρακτηριστικά ποιότητας υψηλής ευκρίνεια και διακριτικής ικανότητα (high resolution).

∆εδοµένου του µεγάλου αριθµού του οστεολογικού δείγµατος, της ιδιαιτερότητας του ταφικού συνόλου και της διεπιστηµονικής προσέγγισης, η παρούσα µελέτη αναµένεται να µας δώσει σηµαντικές πληροφορίες για την παλαιότητα της νόσου και τα επίπεδα υγείας στην ελληνική αρχαιότητα, συµβάλλοντας στις έρευνες για την εξέλιξη της νόσου. Αξίζει να σηµειωθεί ότι η χρήση της σύγχρονης ιατρικής απεικόνισης στη µελέτη αρχαιολογικών ευρηµάτων έχει φέρει στο φως εντυπωσιακά στοιχεία.

Αρχαιολόγοι και ακτινολόγοι εδώ και δεκαετίες έχουν συνεργαστεί για να αποκαλύψουν µη ορατά χαρακτηριστικά αρχαιολογικών ευρηµάτων.
Ήδη από το 1898, ο αρχαιολόγος Sir Flinders Petrie βάζει αιγυπτιακές µούµιες σε ακτινολογικό τραπέζι.

Χαρακτηριστικοί σταθµοί επίσης για την Ελλάδα αποτελούν, µεταξύ άλλων, η µελέτη του µηχανισµού των Αντικυθήρων µε αξονική τοµογραφία το 2006, η οποία οδήγησε στην κατανόηση αποκρυπτογράφηση αυτού του θαυµαστού «υπολογιστή» της αρχαιότητας, η µελέτη και ανάπλαση της 11χρονης «Μύρτιδας» 5ος αιώνας π.Χ., καθώς και της 18χρονης «Αυγής» από τη Μεσολιθική Εποχή 7.000 π.Χ.

Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Η κοινή διαδροµή Ακτινολογίας, Αρχαιολογίας , Βιο-αρχαιολογίας και Ανθρωπολογίας είναι γεµάτη από τέτοιες εικόνες, πολύτιµες µοναδικές και πολλά υποσχόµενες.

Η συντήρηση και η βιοαρχαιολογική µελέτη των οστεολογικών καταλοίπων του νεκροταφείου του Φαλήρου χρηµατοδοτούνται από:

  • The M. H. Wiener Foundation
  • The National Endowment for the Humanities
  • The National Science Foundation
  • Το Ίδρυµα Παύλου και Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου
  • Την οικογένεια Desnick
  • Τhe M. H. Wiener Laboratory for Archaeological Science (ASCSA)
  • Τhe School for Human Evolution and Social Change, Arizona State University.

        

1: Οστά σποδυλικής στήλης (spine)                                 2: Οστά σποδυλικής στήλης πλάγια (spine lateral)

         

3: Οστά λεκάνης (pelvis).                                              4: Οστά θωρακικών πλευρών (ribs)

 

Χάρης Γ.Φοντριέ
∆ιευθυντής Ανάπτυξης Οµίλου ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ

Ελεάννα Πρεβεδώρου, Ph.D.
Malcolm H. Wiener Laboratory for Archaeological Science, American School of Classical Studies at Athens
Center for Bioarchaeological Research, School of Human Evolution and Social Change, Arizona State University

Γεωργία Παππά
Ακτινοφυσικός,Οµίλου ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ

Παναγιώτης Τούλας, MD
Ακτινοδιαγνώστης,Σύµβουλος Ακτινολογίας, ∆ιευθυντής MRI
Οµίλου ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ

Jane Buikstra, Ph.D.
Center for Bioarchaeological Research, School of Human Evolution and Social Change, Arizona State University

Carina Marques, Ph.D.
Research Center for Anthropology and Health, Department of Life Sciences, University of Coimbra
William Paterson University


< Επιστροφή στα νέα

 

Tα cookies μας βοηθούν να σας παρέχουμε καλύτερες υπηρεσίες. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μας συμφωνείτε στη χρήση των cookies
ΣΥΜΦΩΝΩ ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝΩ